Οφέλη για την εθνική οικονομία και τη στρατηγική θέση της Ελλάδας από το έργο LNG Αλεξανδρούπολης

Τον στρατηγικό ρόλο που θα παίξει ο σχεδιαζόμενος πλωτός τερματικός σταθμός

αποθήκευσης και επανεριοποίησης υγροποιημένου αερίου (FSRU) Αλεξανδρούπολης, με την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας των χωρών της νοτιοανατολικής Ευρώπης, επιβεβαιώνει η «είσοδος» της βουλγαρικής Bulgartransgaz στο έργο. Ο Σταθμός θα εμπλουτίσει τις πηγές και κυρίως τις οδούς προμήθειας με LNG, με το επιπλέον μάλιστα πλεονέκτημα ότι θα αποτελεί τη μοναδική υποδομή, μαζί με τη Ρεβυθούσα, που δεν θα εξαρτάται από τη διέλευση του καυσίμου μέσω τουρκικών εδαφών. Έτσι, θα συμβάλει στην απρόσκοπτη παροχή καυσίμου, ενώ παράλληλα θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό στην περιφερειακή αγορά, ανοίγοντας το δρόμο για την μείωση του κόστους τροφοδοσίας με φυσικό αέριο των χωρών της περιοχής. 

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η μείωση του ενεργειακού κόστους θα «αγγίξει» κρίσιμους τομείς της οικονομίας, όπως η ηλεκτροπαραγωγή, η βιομηχανία και η οικιακή κατανάλωση. Κατά συνέπεια, το έργο αναμένεται να συμβάλει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας και την αύξηση των εξαγωγών. Ταυτόχρονα, θα ενισχύσει την εθνική αλλά και την τοπική οικονομία, δημιουργώντας νέες θέσεις απασχόλησης και υποστηρίζοντας την ανάπτυξη του λιμένα της Αλεξανδρούπολης.

Επιπλέον, εμπορικά οφέλη θα έχουν και όλες οι αγορές οι οποίες θα έχουν πρόσβαση στην υποδομή – ξεκινώντας από τη Βουλγαρία, καθώς το FSRU θα είναι απόλυτα συμπληρωματικό του ελληνοβουλγαρικού αγωγού IGB, καθώς και τα υπόλοιπα Βαλκάνια (Σερβία, Ρουμανία, Β. Μακεδονία),  φτάνοντας έως τις αγορές της κεντρικής Ευρώπης (Ουγγαρία, Ουκρανία). Μάλιστα, η επισφράγιση της συμμετοχής της Bulgartransgaz, με την τελετή υπογραφής της συμφωνίας παρουσία των πρωθυπουργών της Ελλάδας κ. Κυριάκου Μητσοτάκη και της Βουλγαρίας κ. Μπόικο Μπορίσοφ που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Δευτέρα, ενισχύει το στρατηγικό και εμπορικό «ειδικό βάρος» του έργου. 

Το ύψος της επένδυσης αγγίζει τα 380 εκατ. ευρώ, ενώ ο σταθμός αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το αργότερο στις αρχές του 2023. Το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής του δεν επηρεάζεται από την ενδεχόμενη συμμετοχή και άλλων ενδιαφερόμενων εταιρειών στη μετοχική σύνθεση της Gastrade (φορέα υλοποίησης και διαχείρισης της υποδομής). Έτσι, πολύ σύντομα θα ανακηρυχθούν οι προτιμητέοι ανάδοχοι στους δύο διεθνείς διαγωνισμούς για την κατασκευή της υποδομής, ενώ η Τελική Επενδυτική Απόφαση (FID) αναμένεται να ληφθεί εντός του 2020. 

Την ίδια στιγμή, έχει ήδη διασφαλισθεί η εμπορική βιωσιμότητα του έργου, καθώς τον περασμένο Μάρτιο ολοκληρώθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία το market test. Μέσω της διαδικασίας, ελληνικές και διεθνείς εταιρείες εμπορίας φυσικού αερίου δέσμευσαν δυναμικότητα επαναεριοποίησης 2,6 δισ. κυβικών μέτρων για τα πρώτα δέκα χρόνια της λειτουργίας του Σταθμού, η οποία ισοδυναμεί περίπου με το 50% της δυναμικότητας του.

Τέλος, σε ότι αφορά στη χρηματοδότηση, αυτή θα προέλθει από ίδια κεφάλαια των μετόχων της Gastrade, από δανεισμό, και μέσω επιχορήγησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήδη, η Gastrade έχει συμφωνήσει με το μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της χώρας για το σσύνολο της τραπεζικής χρηματοδότησης του έργου, με ιδιαίτερα ανταγωνιστικούς όρους. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση θα προέλθει από το ΕΣΠΑ αφού το έργο έχει ενταχθεί στον «Κατάλογο Μεγάλων Έργων» του ΕΠΑΝΕΚ, με τους πόρους να είναι εξασφαλισμένοι από το σχετικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

https://energypress.gr/